Λύθηκε η ζωή από τα δεσμά της και ξεχύθηκε από τη σπηλιά της
Άκουσα μέρες πολλές το κάλεσμά της και τη ζεστή μιλιά της
Για όλους εμάς που είχαν ξεχαστεί σ’ ένα μυστικό κρησφύγετο
τότε που οι μανάδες μας μας έκρυβαν από τον αρχαίο Ταΰγετο
Κίνησα χωρίς σκοπό να αλλάξω τη ρότα της ζωής μου
Μα το στίγμα θάμπωσε τους μαιάνδρους της πνοής μου
Τρέκλιζαν τα σοκάκια και οι σκιές ζητούσαν απαντήσεις
Οι δρόμοι μας μπερδεύτηκαν και άντε να τους ξελύσεις
Κι ήταν το βήμα μου πότε ταχύ και άλλοτε γέρου επαίτη
Κι η φωνή μου ιαχή μα και παραλήρημα που κράταγε έτη
Κι όμως η ψυχή μου γλύκανε και ένοιωσα απέραντη γαλήνη
σαν είδα μέσα μου τη Σφίγγα για μένα το αίνιγμά της να λύνει
Κι οι φίλοι μου οι τόσο αγαπημένοι φάνηκαν μπροστά μου
και η χαρά μέσα μας φεγγοβόλησε σαν αστέρι της άμμου
Κι η αγάπη μου η λατρεμένη που είχα τόσο επιθυμήσει
έσπασε τον αργαλειό της και σκίρτησε να με προϋπαντήσει
Μεθυσμένη η νύχτα τύλιξε τα κορμιά σαν δροσερό μετάξι
Τα χέρια ψηλάφισαν τα χείλη και η μοίρα είχε πια αλλάξει
Έσκασε η καρδιά σαν μπαλόνι και ξαναγεννήθηκε ο παλμός
Σ’ αυτό το σύμπαν που ξημερώνει κανείς δεν είναι μοναχός
(Ντίσελντορφ 2014)
undefined
undefined
Αναρτήθηκε από
Socrates
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου