Η βροχή ξύπνησε. Το καυτό χαλάζι που την έντυνε τρυφερή λεπίδα αγκάλιασε τα άγρια στάχυα, αγουροξυπνημένα πριν το θέρος με το αφρισμένο χιόνι ακόμα πάνω τους πότε να εξεγείρεται υποτακτικά και πότε να συμμαχεί αντάρτικα μαζί της. Πιο πέρα η γοητευτική βουή από τις ανάσες των σκουριασμένων κτιρίων να προσκρούουν μετωπικά η μια πάνω στην άλλη.
Χώρισε από τον άνεμο κι ας έζησε κοντά του το γρατσούνισμα των μουσώνων, εγκατέλειψε το νερό και ας τρυπούσε ηδονικά τους πόρους της, ξέπλυνε το σώμα της από την υγρασία κι όμως ποτέ δεν ξεγέλασε τη στοργή των αστικών βιοτόπων. Δεν τρόμαξε μπρος στα σκιάχτρα της εφήμερης καλοσύνης, δεν ταράχτηκε από την αμείλικτη δίνη των πληθών. Ξάπλωσε δειλά πάνω στους γκρεμισμένους δρόμους, αναρριχήθηκε άφοβα στο ευδόκιμο τσιμέντο, τίναξε τις ξηρές σταγόνες πριν γίνουν ανάμνηση μέσα στο αρχέγονο μέλλον, σκόρπισε το σώμα της καπνισμένο ύφασμα με πνοή σαν από κροτάλισμα γήινο. Το αίμα της πυρωμένο, διψασμένο για χώμα και πάλι χώμα.
Την είδα να έρχεται από μακριά και ψέλλισα αμήχανα τον ανατριχιαστικό ειρμό της. Θέλησα να ενώσω τα σημεία του ορίζοντα, μα οι γραμμές έχουν πάψει να είναι ευθείες, οι ευθείες πια δεν μας ενώνουν. Το ευθύ δεν έρχεται πια ευθεία μέσα μας και η θηλιά που προσπάθησα να πλέξω δεν γίνεται δέρμα ζωηρό και άφθαρτο. Το μόνο που μ’ απόμεινε είναι εκείνο το παράθυρο των τεθλασμένων δειλινών.
Η βροχή περιπλανήθηκε χρόνια και δεν με βρήκε. Γλίστρησε στο σπίτι μου και μέσα του σαν συνεπαρμένος ταξιδιώτης διέσχισε ήχους ανυπότακτους, ταραγμένους κύκλους φωτός που έδυαν μέσα στις ρωγμές, οσμές που τουρτούριζαν από το τρύπιο κρύο, μακρινούς φάρους που σκόνταφταν απρόθυμα πάνω στα γόνατά μου. Όπως μια απολιθωμένη αεροφωτογραφία τράνταξε συθέμελα τα αρχαία σανίδια και όλα τα ανήσυχα βιβλία των βιβλιοθηκών σκόρπισαν το νοτισμένο άρωμά τους πάνω στα πλακόστρωτα βήματά της. Και καθώς ολοένα και πιο πολύ δυνάμωνε ο παφλασμός της, άκουσα τα παλλόμενα κάτοπτρα των ημιτελών ζωών μας να μου μιλάνε για εκείνη τη έναστρη ομίχλη που δεν ήρθε, για εκείνο το φωτεινό παράθυρο που δεν άνοιξε, για μένα που νοερά περίμενα κι όμως ήμουν ασφυκτικά απών.
Σκέφτομαι πως ψάχνεις να βγάλεις νόημα απ’ όλα αυτά που σου γράφω. Είναι αργά και η σανίδα πάνω στην οποία κρατιόμαστε άρχισε να στροβιλίζεται. Αποσβολωμένοι και οι δύο σαν άτακτα παιδιά με το αδηφάγο πινέλο ψηλά να σημαδεύει τον διάτρητο ουρανό και με τις πρώιμες υδατογραφίες μας στο χέρι αναμένουμε το τρίξιμο που κάνει ο κέρινος αγέρας όταν κάποτε θροΐζει μέσα από τις ψηφιδωτές εκφράσεις των προσώπων μας.
undefined
undefined
Αναρτήθηκε από
Socrates
(Ντίσελντορφ, Μάρτιος 2015)
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου